Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Εθνική Ισπανία: τέκνα του συστήματος

Εντός γηπέδου αλληλοσυμπληρώνονται αρμονικά και λειτουργικά συνθέτοντας ένα εφιαλτικό για κάθε αντίπαλο δίδυμο. Αλλά και εκτός των τεσσάρων γραμμών οι Αντρές Ινιέστα και Τσάβι διέπονται από την ίδια χειρουργική ακρίβεια στα λεγόμενά τους. Εξ ου και σκιαγράφησαν πιο επιτυχημένα από οποιονδήποτε άλλο τη συνταγή των εσχάτων μαζικών επιτυχιών του ισπανικού ποδοσφαίρου. «Είμαστε τέκνα του συστήματος», έκανε την αρχή ο Τσάβι, «η ακαδημία της Μπαρσελόνα νομιμοποιείται να αισθάνεται παγκόσμια πρωταθλήτρια», συμπλήρωσε ο Ινιέστα, «Ένεκα της πληθώρας παικτών από την ομάδα μας η εθνική προφανώς φέρει το γονίδιο της Μπαρσα. Ο Σέρχιο Ράμος παίρνει τη θέση του Ντάνι Άλβες, ο Τζοάν Καπντεβίλα την αντίστοιχη του Ερίκ Αμπιντάλ», κατέληξε ο Τσάβι.

Τω όντι η ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία επωφελείται εσχάτως τα μέγιστα από το σύστημα ανακάλυψης κι εξέλιξης ταλέντων, το οποίο έχει αναπτύξει εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες η Μπαρσελόνα. Εξ ου και ο συντονιστής των ακαδημιών των Καταλανών, Άλμπερτ Μπενέγκες, διατείνεται με υπερηφάνεια: «Ουδείς μπορεί να πει με ακρίβεια, αν στη Νότιο Αφρική αγωνίστηκε η εθνική Ισπανίας ή η Μπαρσελόνα».
Η συνειδητή, επίμονη, μεθοδική και παραγωγική εργασία των ισπανικών συλλόγων στα τμήματα υποδομής εξασφαλίζει στην εγχώρια ομοσπονδία υπό τον Άνχελ Μαρία Βιγιάρ όχι μόνο τίτλους σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες αλλά και ένα φαινομενικά ανεξάντλητο αποθεματικό σε ταλέντα. «Στις μικρές εθνικές έχουμε 50 ποιοτικότατους ποδοσφαιριστές ηλικίας 19 ετών ή λίγο παραπάνω. Μπορούμε να είμαστε ήσυχοι», εκτιμά ο αθλητικός διευθυντής της ομοσπονδίας, Φερνάντο Ιέρο, «όταν φεύγει η μία γενιά, έρχεται η επόμενη», συμφωνεί ο πρώην τεχνικός του Ολυμπιακού, Ερνέστο Βαλβέρδε, του οποίου τα λεγόμενα επιρρώνει ο Μπενέγκες παραπέμποντας στη μισή ντουζίνα παικτών της Μπαρσελόνα στην εθνική Ισπανίας που μετέχει στο εν εξελίξει αυτήν την περίοδο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα U19: «Έχουμε επαρκείς προικισμένους πιτσιρικάδες, ώστε να εφοδιάζουμε και μελλοντικά την εθνική ομάδα».
Άριστη συνεργασία
Η σκέψη πως υπό αυτές τις συνθήκες όλη η δουλειά της ομοσπονδίας μετά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2008 περιορίστηκε στην αναγόρευση του Βιθέντε ντελ Μπόσκε ως διαδόχου του Λουίς Αραγονιές στην τεχνική ηγεσία είναι βιαστική -και υπερβολικά απλοϊκή. Χάρη στη μακροχρόνια θητεία του στα τμήματα υποδομής της Ρεάλ (σ.σ. σε μια περίοδο μάλιστα που αυτά αποτελούσαν τον βασικό αιμοδότη της εθνικής ομάδας) ο 60χρονος προπονητής πιστώνεται την εντυπωσιακή βελτίωση της συνεργασίας της ομοσπονδίας με τους συλλόγους.
Οι τελευταίοι επωμίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος της δουλειάς με τα ταλέντα, αφού η ομοσπονδία πέραν της “Ciudad de Futbol” (έναντι 40 εκατομμυρίων ευρώ ιδρύθηκε το 2003 στην περιοχή Λας Ρόθας της Μαδρίτης, προκειμένου η εθνική ομάδα να αποκτήσει ένα σπίτι και να σταματήσει τις περιπλανήσεις δίκην επαίτη) δεν έχει δημιουργήσει ούτε κέντρα επιδόσεων ούτε εγκαταστάσεις συστηματικής εκπαίδευσης των κορυφαίων πιτσιρικάδων. Για μεγάλο διάστημα μάλιστα το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή προπονητή των μικρών εθνικών ήταν το ποιος είχε ανάγκη τη δουλειά -όχι το ποιος ήταν κατάλληλος γι’ αυτήν.
Χρυσή γενιά
Αποτέλεσμα; Μολονότι μετά τη δεκαετία του 90 η δραστηριοποίηση επιτυχημένων προπονητών στις μικρές εθνικές δημιούργησε ένα κύμα επιτυχιών είτε σε επίπεδο Ολυμπιάδων (χρυσό το 1992) είτε στις διοργανώσεις U16 έως και U21, αυτό ουδέποτε έφτασε πλήρως στην εθνική ανδρών. Για να αναστηθεί η τελευταία, έπρεπε να διαβεί το κατώφλι της η επονομαζόμενη «χρυσή γενιά» του ισπανικού ποδοσφαίρου. Κασίγιας, Τόρες, Τσάβι, Ινιέστα, ακόμη και αναπληρωματικοί, όπως οι Μαρτσένα και Αλμπιόλ, προήχθησαν έχοντας κατακτήσει τίτλους με τις μικρές εθνικές. Μάλιστα οι σκόρερ στους τελικούς του 2008 (Τόρες) και του 2010 (Ινιέστα) φόρεσαν μετάλλια νωρίτερα από κάθε άλλον στο νυν ρόστερ της παγκόσμιας πρωταθλήτριας, αφού κατέκτησε την πρώτη θέση στο Euro U16 του 2001. Είναι χαρακτηριστικό πως πριν τη συγκεκριμένη διοργάνωση η Ατλέτικο Μαδρίτης είχε ορίσει τη ρήτρα παραχώρησης του Τόρες στα επτά εκατομμύρια ευρώ, καίτοι αγωνιζόταν ακόμη στη δεύτερη ομάδα της!
Μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος U17 το 2008 οι μικρές εθνικές της Ισπανίας δεν έχουν πανηγυρίσει ξανά, κυρίως γιατί το βάρος έχει πέσει εσχάτως στην πρώτη ομάδα, στην οποία ο ντελ Μπόσκε πήρε πρόωρα παίκτες που κάλλιστα θα μπορούσαν να παίζουν στην U21 (βλέπε Πικέ και Μπούσκετες). Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντική την εργασία των συλλόγων στα τμήματα υποδομής. Ομάδες όπως οι Μπιλμπάο, Σοσιεδάδ, Χιχόν, Σεβίλλη, Οσασούνα, Βαλένθια και Βιγιαρεάλ διαπρέπουν σ’ αυτόν τον τομέα, διότι αναγνώρισαν γρήγορα την ανάγκη στελέχωσης των ακαδημιών από άριστα εκπαιδευμένους παλαίμαχους ποδοσφαιριστές. «Πλέον η εργασία τους έχει γίνει επιστημονική εδώ και πολύ καιρό», υπογραμμίζει ο 53χρονος Αντόνιο Μακέντα, δευτεραθλητής Ευρώπης του 1984.
Όχημα κοινωνικής ανόδου
Η άνοδος συνδέεται και με τις κοινωνικές εξελίξεις μετά το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο το 1977. Μέχρι τότε ίσχυε η σοφιστεία «η πείνα έχει πιο αιχμηρά κέρατα από τον ταύρο», η οποία αναδείκνυε τις αρένες των ταυρομαχιών ως τη μοναδική διέξοδο από τη φτώχεια. Πλέον όμως υπάρχει μια κατώτερη μέση τάξη, η οποία αναγνωρίζει το ποδόσφαιρο ως το κατάλληλο όχημα κοινωνικής ανέλιξης των τέκνων της, και μια ανώτερη μέση τάξη άνευ προκαταλήψεων, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Χεράρδ Πικέ (γιος μιας ιατρού και ενός δικηγόρου). Πάντως ο παππούς του Πικέ χρημάτισε για μεγάλο διάστημα μέλος του προεδρείου της Μπάρσα, συνεπώς το μέλλον του εγγονού ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένο.
«Πλέον δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητούμε τα παιδιά, οι ίδιες τους οι οικογένειες τα ωθούν στο ποδόσφαιρο», σκιαγραφεί γλαφυρά τη νέα πραγματικότητα ο 44χρονος πρώην διεθνής Άντονι Γκοϊκοετσέα.  Ο Τσέμα Νοριέγκα, επί μακρόν διευθυντής του κέντρου εκπαίδευσης Λεθάμα στην Αθλέτικ Μπιλμπάο, αποκαλύπτει ότι πλείστοι μεταλλωρύχοι της περιοχής εγγράφουν τους γιους τους στις ακαδημίες του συλλόγου, μολονότι σε ποσοστό άνω του 80% οι απόφοιτοι της Λεθάμα δεν αγωνίζονται ούτε μια φορά στην επαγγελματική ομάδα.
Ένας φιλόδοξος πατέρα δεν είναι κατ’ ανάγκη κακός οιωνός. Ο πατέρας του Νταβίδ Βίγια ήθελε για τον γιο του ένα καλύτερο μέλλον από το δικό του (μεταλλωρύχος), τον πρότεινε στα τμήματα υποδομής της Οβιέδο και,  όταν τον απέρριψαν εκεί, τον έγραψε στην ακαδημία της συμπολίτισσας Χιχόν, στη σχολή της οποίας («Μαρέο») φοίτησαν και άλλοι μετέπειτα διεθνείς, όπως οι Μακέντα Αμπελάρδο, Λουίς Ενρίκε, οι οποίοι σήμερα δραστηριοποιούνται ως προπονητές ακαδημιών.
Μεταστροφή
Αρκετοί φιλόδοξοι γονείς ωστόσο ποντάρουν στην ποδοσφαιρική καριέρα των τέκνων τους, προκειμένου να τα μετατρέψουν ήδη από εφηβική ηλικία σε οικονομικούς αιμοδότες όλου του σογιού (βλέπε Χοσέ Αντόνιο Ρέγες). Η Ρεάλ εναντιώνεται σε αυτήν την τάση και μέσω του πρότζεκτ «Και οι γονείς παίζουν μπάλα» επιθυμεί να αποθαρρύνει τους φιλόδοξους γονείς από την υπερφόρτωση των πιτσιρικάδων με ευθύνες και απαιτήσεις.
Υπάρχει πάντως μια τυπική για την Ισπανία παράδοση που διαφυλάσσεται μέχρι σήμερα. «Οι πιτσιρικάδες ταυτίζονται κυρίως με το σύλλογο, όχι  με την εθνική», υποστηρίζει ο Ρικάρντο Καλαταγιούδ από τα τμήματα υποδομών της Βαλένθια. Αν αυτή η παράδοση θα μεταβληθεί μετά τις επιτυχίες του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος, μένει να αποδειχθεί. Ο ντελ Μπόσκε εμφανίστηκε αισιόδοξος («Στην υποδοχή μας στη Μαδρίτη πανηγύριζαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και οι πλείστοι φορούσαν φανέλες της εθνικής, όχι των συλλόγων τους»), το ίδιο και ο Ινιέστα: «Για τον κόσμο είναι αδιάφορο ποιος παίζει σε ποια ομάδα. Τον κόσμο δεν τον νοιάζουν τα χρώματα του συλλόγου, αλλά τα συναισθήματα».

Η χρυσή γενιά
Μια ντουζίνα παικτών από την 23μελή αποστολή της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ισπανίας είχαν κατακτήσει ήδη τίτλους με τις μικρότερες εθνικές.
Παγκόσμιοι Πρωταθλητές U20(1999)
Ίκερ Κασίγιας, Κάρλος Μαρτσένα, Τσάβι
Πρωταθλητές Ευρώπης U19 (2007)
Χάβι Μαρτίνες
Πρωταθλητές Ευρώπης U19 (2006)
Χεράρδ Πικέ, Χουάν Μανουέλ Μάτα
Πρωταθλητές Ευρώπης U19 (2004)
Σέρχιο Ράμος, Νταβίντ Σίλβα, Ραούλ Αλμπιόλ
Πρωταθλητές Ευρώπης U19 (2002)
Φερνάντο Τόρες, Αντρές Ινιέστα
Πρωταθλητές Ευρώπης U16 (2001)
Φερνάντο Τόρες, Αντρές Ινιέστα
Πρωταθλητές Ευρώπης U16 (1999)
Χοσέ Μανουέλ Ρέινα
Πρωταθλητές Ευρώπης U16 (1997)
Ίκερ Κασίγιας
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Μίλερ & Κρόιφ: Οι ήρωες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1974 (Γερμανία)

Στη Γερμανία τα ρεκόρ του (68 γκολ σε 61 συμμετοχές με το εθνόσημο, 365 τέρματα σε 427 παιχνίδια στην Μπούντεσλιγκα, επτά φορές πρώτος σκόρερ του εγχώριου πρωταθλήματος) παραμένουν ακατάρριπτα μέχρι σήμερα, πιθανότατα και για πάντα. Στις τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου δύο συμμετοχές (1970, 1974) τον έφεραν στην κορυφή της λίστας των σκόρερ, όπου παρέμεινε ως το 2006, όταν τον προσπέρασε ο Ρονάλντο. Για τα 15 τέρματά του, ωστόσο, ο Βραζιλιάνος χρειάστηκε τέσσερα Μουντιάλ έναντι δύο του Γερμανού.

Γεννημένος το 1945 στο Νέρντλινγκεν, ο Γκέρχαρντ (Γκερντ) Μίλερ, αποκτήθηκε το 1964 από την Μπάγερν με συστατική επιστολή τα 180 τέρματα με τη Νέρντλινγκεν την περίοδο 1962/63. Αντικρίζοντας τα κοντά πόδια και τους φουσκωμένους μηρούς του 19χρονου ο τότε τεχνικός των Βαυαρών Ζλάτκο «Τσικ» Τσαϊκόφσκι απογοητεύτηκε. «Τι να κάνω μ’ έναν αρσιβαρίστα;», θρυλείται πως είχε αναρωτηθεί. Αρχικά λοιπόν ο Μίλερ ζέσταινε τον πάγκο της Μπάγερν και χρειάστηκε η ιδιαίτερη σύσταση του τότε προέδρου Βίλχελμ Νόιντεκερ, προκειμένου να πάρει μια ευκαιρία. Την οποία, φυσικά, αξιοποίησε. Χάρη (και) στα τέρματά του η Μπάγερν ανέβηκε το 1965 στην Μπούντεσλιγκα και ο Τσαϊκόφσκι συμφιλιωτικά του κόλλησε το παρατσούκλι «κοντός, χοντρός Μίλερ».
«Και αίφνης η μπάλα ήταν στα δίχτυα»
Ένα χρόνο αργότερα ο Μίλερ ήταν διεθνής. Υπό τον ομοσπονδιακό τεχνικό Χέλμουτ Σεν καθιερώθηκε στο πλευρό των συμπαικτών του Φραντς Μπέκενμπαουερ και Ζεπ Μάιερ και μαζί με τον Ούβε Ζέελερ συνέθεσε το επιθετικό δίδυμο της «νατσιονάλμανσαφτ». Πριν το πρώτο Μουντιάλ του (1970) είχε αναδειχθεί ήδη δις (1967, 1969) ποδοσφαιριστής της χρονιάς στη Γερμανία. Στη διοργάνωση του Μεξικό αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με δέκα τέρματα και είχε καθοριστική συμβολή στην τρίτη θέση που κατέλαβαν οι Γερμανοί.
Στη φάση των ομίλων πέτυχε τα επτά από τα συνολικά δέκα τέρματα της ομάδας του (το νικητήριο 2-1 απέναντι στο πρωτοεμφανιζόμενο Μαρόκο, τρις στο 5-2 επί της Βουλγαρίας και αυθεντικό χατ τρικ στο 3-1 κόντρα στο Περού). Στα προημιτελικά σκόραρε άπαξ στην παράταση το 3-2 επί της Αγγλίας και στα ημιτελικά δις στην παράταση κόντρα στην Ιταλία, η οποία ωστόσο επικράτησε 4-3 στο επονομαζόμενο «παιχνίδι του αιώνα». Στο μικρό τελικό η Γερμανία επιβλήθηκε 1-0 της Ουρουγουάης και ο Μίλερ έφτιαξε το μοναδικό τέρμα για τον Όφερατ.
Στο εγχώριο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1974 ο Μίλερ σημείωσε «μόνο» τέσσερα γκολ, ωστόσο με το νικητήριο 2-1 επί της Ολλανδίας στον τελικό κέρδισε την αθανασία. Λίγο πριν την ανάπαυλα αστόχησε στην πρώτη προσπάθεια, αλλά στην επαναφορά η μπάλα στρώθηκε ξανά στα πόδια του, εκείνος δεν άργησε «και αίφνης η μπάλα ήταν στα δίχτυα».
«Αν σκεφτείς, είναι πολύ αργά»
Με την κατάκτηση του Μουντιάλ τερματίστηκε η καριέρα του με το εθνόσημο. Το 1979, σε ηλικία 33 ετών και παραγκωνισμένος από τον προπονητή Παλ Τσερνάι στην Μπάγερν, υπέγραψε παχυλό συμβόλαιο με τους Φορτ Λόντερντεϊλ Στράικερς, με τους οποίους το 1980 έφτασε στον τελικό του αμερικανικού πρωταθλήματος.
Αφού κρέμασε τα παπούτσια του, επέστρεψε το 1984 στο Μόναχο, όπου βίωσε μια βαθιά προσωπική κρίση, την οποία ευτυχώς έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό. Από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα ανήκει στο προπονητικό επιτελείο της Μπάγερν έχοντας αναδείξει αρκετά ταλέντα, μεταξύ άλλων και τον διεθνή Περουβιανό επιθετικό Χοσέ Πάολο Γκερέρο, ο οποίος τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο δάσκαλο που θα μπορούσε να έχει. Προφανώς ο Μίλερ του είχε δείξει το σωστό δρόμο με το βασικό αξίωμα για έναν γκολτζή: «Αν σκεφτείς, είναι πολύ αργά».

Ο «βασιλιάς δίχως στέμμα» Γιόχαν Κρόιφ
Υπήρχαν και υπάρχουν ελάχιστοι παίκτες, οι οποίοι κερδίζουν τους θεατές ανεξαρτήτως του πού αγωνίζονται. Ο Γιόχαν Κρόιφ ανήκει αναντίρρητα σε αυτούς. Μολονότι η διεθνής καριέρα του ήταν συγκριτικά σύντομη και ο ίδιος ουδέποτε στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, ευρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τους Πελέ, Μπέκενμπαουερ και Μαραντόνα.
Ο Γιοχάνες Χέντρικους Κρόιφ γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1947 στο Άμστερνταμ, στη σκιά του σταδίου του Άγιαξ. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του η μητέρα του άρχισε να δουλεύει ως καθαρίστρια, προκειμένου να αναθρέψει την οικογένεια. Ένας από τους εργοδότες της ήταν και ο «Αίαντας». Αμέσως είχε προδιαγραφεί ο δρόμος του μικρού Γιόχαν, ο οποίος στα 13 παράτησε το σχολείο, προκειμένου να αφοσιωθεί στην ποδοσφαιρική καριέρα του.
Στις ακαδημίες του Άγιαξ τον ανακάλυψε αργότερα ο Ολλανδός προπονητικός θρύλος Ρίνους Μίχελς (1928-2005). Στις 15 Νοεμβρίου 1964, σε ηλικία 17 ετών, ο Κρόιφ έκανε ντεμπούτο στην αντρική ομάδα του «Αίαντα» και πέτυχε το πρώτο από τα συνολικά 266 τέρματά του για το σύλλογο. Δύο χρόνια αργότερα αναδείχθηκε πρωταθλητής και πρωτοφόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο.
«Πυθαγόρας σε ποδοσφαιρικά παπούτσια»
Η ιδιοφυΐα του τον κατέστησε αδιαμφισβήτητο αρχηγό του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Αψεγάδιαστος τεχνίτης, ανάλαφρος στην κίνησή του και, μολονότι αδύνατος, απίστευτα δυνατός στις μονομαχίες ήταν ταυτόχρονα σκόρερ, τροφοδότης και οργανωτής σε συσκευασία ενός. Στο πλευρό του Μίχελς, μιας αληθινής αλεπούς των πάγκων, εξελίχθηκε σε συνιδρυτή και σύμβολο του αποκαλούμενου «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου».
Ο όρος επινοήθηκε από τον ιουδαϊκής καταγωγής συγγραφέα Βίλι Μάισλ στην εργασία του “Soccer Revolution” το 1955. Ο Αυστριακός προπαγάνδιζε το ποδόσφαιρο του μέλλοντος, το οποίο χαρακτηριζόταν από τη διαρκή αλλαγή θέσεων. Οι ιδέες του Μάισλ αρχικά δεν καρποφόρησαν, οι παίκτες της εποχής του συνέχισαν να μείνουν πεισματικά αγκιστρωμένοι στις θέσεις τους. Ο Μίχελς ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε αυτή τη συνταγή στον Άγιαξ και την εθνική Ολλανδίας. Βασιζόμενες στη θεωρία του «ευέλικτου χώρου» οι ομάδες του, μόλις ανακτούσαν την μπάλα, επιχειρούσαν -μέσω ανάπτυξης από τα άκρα και διαρκών εναλλαγών θέσεων- να «μεγαλώσουν» το γήπεδο και ταυτόχρονα να το «σμικρύνουν», όταν η μπάλα ήταν στον αντίπαλο.
Χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ήταν οι παίκτες που δεν εγκλωβίζονταν στους χώρους ευθύνης τους, οι πάσες ακριβείας και η ανεπτυγμένη ποδοσφαιρική ευφυΐα. Ο Γιόχαν Κρόις, ο «Πυθαγόρας σε ποδοσφαιρικά παπούτσια», όπως τον αποκάλεσε ο συντάκτης τον Times, Ντέιβιντ Μίλερ, προσωποποιούσε στο έπακρο αυτές τις αρετές.
Στο Μουντιάλ του 1974 στη Γερμανία η παγκόσμια κοινή γνώμη θαύμασε την τακτική επανάσταση των Ολλανδών. Ο Κρόιφ, θεωρητικά επιθετικός περιοχής, ευρισκόταν παντού στο γήπεδο και ήταν το σημείο αναφοράς μιας πρακτικά μόνο επιτιθέμενης ενδεκάδας. Στο εναρκτήριο παιχνίδι απέναντι στην Ουρουγουάη έφτιαξε και τα δύο τέρματα της ομάδας του. Αιώνια χαραγμένο στη μνήμη παραμένει το τέρμα του στη δεύτερη φάση απέναντι στη Βραζιλία για το τελικό 2-0. Στον τελικό τα βρήκε μπαστούνια απέναντι στον Μπέρτι Φογκτς. Εντούτοις παρά την ήττα με 2-1 ο Κρόιφ αναδείχθηκε απόλυτα δίκαια σε καλύτερο παίκτη του τουρνουά.
Απών ένεκα οικογενειακών λόγων από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, ο «βασιλιάς Γιόχαν» έμεινε χωρίς στέμμα. Σε συλλογικό επίπεδο, όμως, κατέκτησε τα πάντα: επτά φορές πρωταθλητής με τον Άγιαξ, από το 1971 ως το 1974 τρεις συναπτές φορές πρωταθλητής Ευρώπης. Μετά τη μεταπήδησή του στην Μπαρσελόνα το 1973 αναδείχθηκε αμέσως πρωταθλητής Ισπανίας.
Το 1978 ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ωστόσο λίγο αργότερα εμφανίστηκε στο αμερικανικό πρωτάθλημα, προτού επιστρέψει στα πάτρια εδάφη -αρχικά στον Άγιαξ, ακολούθως -και προς απογοήτευση των οπαδών του «Αίαντα»- στη Φέγενοορντ, όπου αναδείχθηκε άλλες δύο φορές πρωταθλητής. Το 1984 κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του.
Η ομάδα-όνειρο
Άνευ διπλώματος προπονητικής, έγινε τεχνικός διευθυντής στον Άγιαξ, όμως ο δρόμος του τον έβγαλε πάλι στη Βαρκελώνη, όπου από το 1988 έζησε την κορυφαία εποχή του ως προπονητής. Με αστέρες όπως οι Θουμπιθαρέτα, Κούμαν, Γουαρδιόλα, Μίκαελ Λάουντρουπ, Μπακέρο και Στοΐτσκοφ δημιούργησε τη θρυλική «ομάδα-όνειρο», η οποία το 1992 κατέκτησε απέναντι στη Σαμπντόρια το Κύπελλο Πρωταθλητριών και στέφθηκε τέσσερις συναπτές χρονιές πρωταθλήτρια Ισπανίας.
Το 1996 οι δρόμοι χώρισαν, μεταξύ άλλων επειδή ο Κρόιφ είχε ξανά προβλήματα με την καρδιά του. Μετά την εγχείριση bypassτο 1991 ο αρειμάνιος καπνιστής ορκίστηκε να μην αγγίξει ξανά τσιγάρο, κατέβαλε όμως το τίμημα της χρόνιας φθοράς του σώματός του. Έκτοτε είναι πλήρως αφοσιωμένος στο ίδρυμα «Γιόχαν Κρόιφ» (σ.σ. ενισχύει αθλητές με προβλήματα αναπηρίες και προάγει την αθλητιατρική) και στο διεθνές Πανεπιστήμιο Γιόχαν Κρόιφ (σ.σ. βοηθά αθλητές να αποκτήσουν νέους ορίζοντες μετά το τέλος της καριέρας τους).
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Τεχνολογία και διαιτησία: Αλλαγή εδώ και τώρα!

Στο 19ο Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελούν την 33η ομάδα. Προπονούνται καθημερινά (στο Όντεντααλ Χάισκουλ, σ’ ένα προάστιο της Πραιτόρια) και έχουν την υποστήριξη δύο ψυχολόγων. Αμφότερα είναι απαραίτητα, προκειμένου να αντεπεξέρχονται επιτυχώς στις αυξημένες απαιτήσεις των αγώνων και στις διαρκώς πολλαπλασιαζόμενες επικρίσεις για τα σφυρίγματά τους. Ωστόσο, οι διαιτητές του Μουντιάλ, περί ων ο λόγος, χρειάζονται κάτι ακόμη και μάλιστα όσο η έρημος το νερό: τη χείρα βοηθείας της τεχνολογίας.

Τα με διαφορά λίγων ωρών σκανδαλώδη λάθη στις αναμετρήσεις της φάσης των 16 ανάμεσα σε Γερμανία-Αγγλία και Αργεντινή-Μεξικό παραήταν κραυγαλέα και σημαντικά, ώστε να αφήσουν αδρανή τον Γιόζεπ Μπλάτερ. Ο Ουρουγουανός Χόρχε Λαριόντα και ο Ιταλός Ρομπέρτο Ροσέτι επέστρεψαν σπίτι τους, όπως και άλλοι οκτώ διαιτητές, αλλά φυσικά αυτό δεν κατευνάζει την παγκόσμια κατακραυγή για τον μη καταλογισμό του τέρματος του Λάμπαρντ και την ακύρωση του οφσάιντ γκολ του Τέβες.
Σαθρό άλλοθι
Μέχρι πρότινος η άρνηση του Μπλάτερ να μπει σε συζήτηση για τη χρήση τεχνολογικών βοηθημάτων ήταν κατηγορηματική. Ο 75χρονος κώφευε στις εκκλήσεις προπονητών, παικτών, οπαδών. Προσπερνούσε τις παραπομπές σε άλλα αθλήματα (π.χ. χόκεϊ), στα οποία η χρήση της τεχνολογίας είχε εφαρμοστεί με επιτυχία. Αδιαφορούσε ακόμη και για τις ικεσίες των ίδιων των διαιτητών. Η δικαιολογία του; «Το βίντεο κλέβει από το άθλημα την ανθρωπιά και την ισονομία, αφού οι ερασιτέχνες δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν».
Μια ενδεχομένως κατανοητή, αλλά σίγουρα ξεπερασμένη επιχειρηματολογία. Το βίντεο είναι πραγματικότητα εδώ και καιρό. Σε κάθε στάδιο υπάρχουν δεκάδες οθόνες, βίντεο και χιλιάδες κινητά τηλέφωνα. Σ’ όλα αυτά μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει αμέσως κάποιος την επανάληψη αμφισβητούμενων φάσεων. Οποιοσδήποτε στο γήπεδο γνωρίζει δευτερόλεπτα μετά από ένα σφύριγμα, αν ήταν σωστό -ακόμη και ο διαιτητής.
Όποιος πιστεύει ότι αυτή η γνώση δεν επηρεάζει την περαιτέρω εξέλιξη ενός αγώνα είναι αμετανόητα αφελής. Οι διαιτητές χρειάζονται κι αυτοί βοήθεια, διότι δεν μπορούν πλέον να ελέγξουν τον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό των αγωνιστικών συμβάντων. Παρεμπιπτόντως αυτό είναι πιο διακρίνει πραγματικά τον επαγγελματικό από τον ερασιτεχνικό αθλητισμό.
Δύο κατευθύνσεις
Ό,τι όλοι οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι έχουν συνειδητοποιήσει εδώ και χρόνια, ο Μπλάτερ το αντιλήφθηκε μόλις την περασμένη Τρίτη, όταν διεμήνυσε πως «θα ήταν ανοησία να μην ανοίξει ξανά η συζήτηση για την τεχνολογία γραμμής τέρματος». Αυτή θα λάβει χώρα στην επόμενη συνεδρίαση της Διεθνούς Επιτροπής Κανονισμών Ποδοσφαίρου, στις 21-22 Ιουλίου. «Τον Οκτώβριο, Νοέμβριο θα έχουμε φέρει ένα νέο μοντέλο, με το οποίο οι κορυφαίοι διαιτητές θα βελτιωθούν περαιτέρω», υποσχέθηκε ο Ελβετός παράγοντας.
Όσοι τον γνωρίζουν καλά, εκτιμούν ότι θα δράσει σε δύο επίπεδα: αφ’ ενός θ’ αλλάξει όλη την ηγετική του ομάδα (τακτική που έχει χρησιμοποιήσει συχνά, όταν θέλει να παρουσιάσει ενόχους για τέτοιες αστοχίες) αφ’ ετέρου θ’ ανασύρει από το συρτάρι ένα παλιό σχέδιο: την καθιέρωση του επαγγελματία διαιτητή. Η δημιουργία μιας δεξαμενής περίπου 80 διαιτητών, οι οποίοι θα διευθύνουν σημαντικές αναμετρήσεις και διοργανώσεις παγκοσμίως.
Το ηλεκτρονικό μάτι
Ο Μάρκους Μερκ, ο οποίος έχει αναδειχθεί τρις κορυφαίος διαιτητής στον κόσμο, δεν τρέφει αυταπάτες: «Ζούμε στον 21ο αιώνα και παραιτούμαστε κάθε είδους τεχνικής. Αυτό δεν βοηθά τους διαιτητές και είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί στην κοινή γνώμη. Τοιουτοτρόπως το ποδόσφαιρο χάνει σε αξιοπιστία απέναντι στους οπαδούς του. Αποφάσεις όπως αυτή στον αγώνα Γερμανίας-Αγγλίας είναι κακές για το ποδόσφαιρο».
Η εισήγηση του Γερμανού; «Έχω υποχρεωθεί να υποστώ πολλή κριτική, αλλά εδώ και χρόνια είμαι υπέρμαχος του κανονισμού 3x2. Σύμφωνα με αυτόν, οι δύο ομάδες και ο διαιτητής έχουν το δικαίωμα δύο φορές ανά παιχνίδια να ασκήσουν βέτο, αφ’ ότου παρακολουθήσουν στο βίντεο μια επίμαχη φάση. Πρόκειται για καθοριστικές σκηνές, τις οποίες με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού ματιού θα μπορούσαμε να επιλύσουμε. Πιστεύω ότι θα ήταν πρόοδος», δήλωσε ο Γερμανός.

Πώς λειτουργούν τα βοηθητικά μέσα
Τσιπ στην μπάλα: μέσω διπλών μαγνητικών πεδίων η θέση της μπάλας προσδιορίζεται με ακρίβεια εκατοστού. Αν περάσει τη γραμμή, ο διαιτητής ενημερώνεται σε κλάσματα δευτερολέπτου. «Η συγκεκριμένη τεχνολογία λειτουργεί με απόλυτη ασφάλεια», δήλωσε κατά την παρουσίασή της στις αρχές Ιουνίου ο πρώην διαιτητής ΦΙΦΑ, Χέλμουτ Κρουγκ.
Κάμερα εστίας: Στις κάθετες δοκούς ή/και στην οριζόντια τοποθετούνται κάμερες που καταγράφουν την πορεία της μπάλας. Έχουν πλειστάκις εξαγγελθεί πιο αξιόπιστα συστήματα, αλλά ακόμη δεν έχουν παρουσιαστεί στη δημοσιότητα. Η συγκεκριμένη τεχνολογία επίσης έχει δοκιμαστεί, αλλά οι πολέμιοί της ισχυρίζονται πως ενίοτε οι παίκτες μπορούν να κρύψουν με το σώμα τους την μπάλα και να εμποδίσουν την ύπαρξη σαφήνειας.
Διαιτητής γραμμών: δύο πρόσθετοι διαιτητές παρατηρούν τη γραμμή  της εστίας αλλά και για παραβάσεις εντός περιοχής που δεν υποπίπτουν στην αντίληψη του διαιτητή. Εν τη παρουσία τους τα σκάνδαλα της περασμένης Κυριακής θα είχαν σίγουρα αποφευχθεί. Από την άλλη, η παρουσία περισσότερων ανθρώπων σημαίνει και περισσότερες ανθρώπινες πηγές λαθών.
Βίντεο:απόφαση κατόπιν μελέτης της επαναληπτικής προβολής είτε από τον τέταρτο διαιτητή είτε από τον πρώτο. Οι εκπρόσωποι των ομάδων μπορούν να έχουν δικαίωμα βέτο. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά μοντέλα υπό σκέψη, αλλά η ΦΙΦΑ αρνείται εδώ και χρόνια κατηγορηματικά κάθε είδους βίντεο.
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ζαϊρζίνιο & Πελέ: Οι ήρωες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970 (Μεξικό)



Ο Ζαϊρζίνιο, ο άνθρωπος από το Ρίο ντα Τζανέιρο, τον οποίο άπαντες αποκαλούσαν «θύελλα», ουδέποτε βρήκε θέση στην κορυφή του βραζιλιάνικου ποδοσφαιρικού Ολύμπου, πλάι στους Πελέ, Γκαρίντσα ή Ντίντι. Ωστόσο ο Τζαΐρ Βεντούρο Φίλιο ήταν ένας από τους καλύτερους επιθετικούς στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Ο θηριώδης άσος της Μποταφόγκο, ο οποίος αγωνιζόταν ως επί το πλείστον ως δεξιός εξτρέμ, σημάδεψε όσο ουδείς άλλος τη διοργάνωση στο υψόμετρο του Μεξικό σκοράροντας σε κάθε ένα από τα έξι παιχνίδια της «σελεσάο» ως τον τίτλο -ένα ακατάρριπτο ρεκόρ μέχρι σήμερα! Ήδη από την πρώτη του εμφάνιση απέναντι στην τότε Τσεχοσλοβακία ο τότε 28χρονος είχε καταστήσει σαφές πως ευρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του. Στο υψόμετρο της Γκουανταλαχάρα, όπου η μετέπειτα παγκόσμια πρωταθλήτρια έδωσε τα παιχνίδια της στους ομίλους, αποδείχθηκε ασυγκράτητος.

Στο 4-1 του αγώνα εκείνου ο Ζαϊρζίνιο σημείωσε δύο τέρματα, το ένα αφ’ ότου είχε χορέψει με απαράμιλλη κομψότητα αρκετούς άναυδους αντιπάλους. Απέναντι στην Αγγλία ήταν ο μοναδικός που νίκησε τον Γκόρντον Μπανκς για το τελικό 1-0, ενώ και ο Ρουμάνος τερματοφύλακας Ραντουκάνου μάζεψε την μπάλα από τα δίχτυα του κατόπιν ενέργειας του Ζαϊρζίνιο. Στον προημιτελικό απέναντι στο Περού πέτυχε το καθοριστικό 4-2 «απαντώντας» στο τέρμα του Τεόφιλο Κουμπάλας που είχε δώσει ξανά ελπίδες στους λατινοαμερικάνους γείτονες.
Απέναντι στην Ουρουγουάη στα ημιτελικά ο 28χρονος σημείωσε το 3-1 λίγο πριν το τέλος, αλλά το κερασάκι στην τούρτα το κράτησε για τον τελικό απέναντι στην Ιταλία, η οποία ακόμη δεν είχε συνέλθει από το «παιχνίδι του αιώνα» κόντρα στη Γερμανία. Για την απόλυτη επιτυχία στον επτάκις σκόρερ έλειπε μόνο το «χρυσό παπούτσι», το οποίο κατέληξε όμως στον Γκερντ Μίλερ, ο οποίος βρήκε δίχτυα δέκα φορές στο Μεξικό.
Σ’ εκείνη τη διοργάνωση οι Πελέ, Τοστάο, Ριβελίνο, Κάρλος Αλμπέρτο στάθηκαν το 1970 στη σκιά της θύελλας, όπως αποκαλείτο ο Ζαϊρζίνιο, ο γιος της καθαρίστριας φανελών της Μποταφόγκο, κατ’ αντιστοιχία με τον πυγμάχο Ρούμπιν Κάρτερ.
Στα μετέπειτα χρόνια ο Ζαϊρζίνιο δεν μπόρεσε να συνεχίσει στο επίπεδο του Μεξικό. Τον φρέναραν οι τραυματισμοί, οι μεταπτώσεις απόδοσης πύκνωσαν. Σε μια ευρωπαϊκή περιοδεία της Βραζιλίας το 1972 τράβηξε ξανά το ενδιαφέρον, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 στη Γερμανία αρκέστηκε στην τέταρτη θέση. Σε συλλογικό επίπεδο κατάφερε να κατακτήσει μια δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα Γαλλίας με τη Μαρσέιγ, ενώ στην πατρίδα του κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες με την Κρουζέιρο Μπέλο Οριζόντε.
Μετά από περάσματα από Βολιβία, Βενεζουέλα και Ισημερινό κρέμασε το 1982 οριστικά τα παπούτσια του και έγινε προπονητής. Άλλες δύο φορές το όνομά του ακούστηκε πέρα από τα σύνορα της Βραζιλίας. Μία, όταν ως προπονητής της Σάο Κριστοβάλ ανακάλυψε ένα 13χρονο πιτσιρίκι ονόματι Ρονάλντο Ναζάριο ντε Λίμα, τον μετέπειτα σούπερ σταρ Ρονάλντο, και μία δεύτερη, όταν επιχείρησε ματαίως να οδηγήσει την Γκαμπόν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Σήμερα ο Ζαϊρζίνιο ζει ξανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Πελέ, ο «ποδοσφαιρικός θεός» 
Είναι αληθινή ματαιοπονία να σπαταλάς λέξεις για τον Πελέ. Μεγάλη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων ανά την υφήλιο τον επικαλείται, όταν η συζήτηση στρέφεται γύρω από τον κορυφαίο παίκτη όλων των εποχών.
Γεννημένος στις 23 Οκτωβρίου στο Τρες Κορασόες ο μάγος της μπάλας σημάδεψε κυρίως δύο Παγκόσμια Κύπελλα: του 1958 στη Σουηδία και του 1970 στο Μεξικό. Οι εξαίρετες ικανότητές του με την μπάλα τον είχαν αναδείξει πρόωρα, σε ηλικία 11 ετών ο Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο, όπως είναι το πλήρες όνομά του, είχε εντυπωσιάσει τον παλιό διεθνή Βαλντεμάρ ντε Μπρίτο. Ο Πελέ ήταν 15, όταν τον απέκτησε η Σάντος, και το Σεπτέμβριο του 1956 πέτυχε το πρώτο επίσημο τέρμα του στο παιχνίδι απέναντι στην Κορίνθιανς.
Μόνο έκπληξη δεν προκάλεσε η κλήση του μοναδικού αυτού ταλέντου για το Μουντιάλ της Σουηδίας. Ο κόσμος γνώρισε αυτόν τον έφηβο με την εκπληκτική ντρίμπλα, την ιδιοφυή εποπτική ματιά, τις ακριβείς μεταβιβάσεις και το κρύο αίμα μπροστά στην αντίπαλη εστία. Ο Πελέ τραυματίστηκε στη φάση των ομίλων, ωστόσο οι συμπαίκτες του επέμειναν να παραμείνει ο νεοσσός, ο οποίος μαζί με τους Γκαρίντσα και Βάβα αποτελούσε ένα τρομερό τρίο.
Αποτέλεσμα; Ένα τέρμα στον προημιτελικό κόντρα στην Ουαλία, τρία στον ημιτελικό απέναντι στη Γαλλία. Στον τελικό περίμενε η οικοδέσποινα, όμως ούτε η Σουηδία ανέκοψε τη Βραζιλία. Ο Πελέ με άλλα δύο τέρματα (το τρίτο και το πέμπτο) συνέβαλε στο τελικό 5-2. «Στο πέμπτο τέρμα ευχαρίστως θα χειροκροτούσα», παραδέχθηκε ο Σουηδός αμυντικός Σίγκε Πάρλινγκ μετά το πέρας της αναμέτρησης στο στάδιο «Ρασούντα» της Στοκχόλμης.
Το θριαμβευτικό πρώτο Μουντιάλ της καριέρας του ακολούθησαν δύο απογοητευτικά. Τέσσερα χρόνια αργότερα στη Χιλή ο τραυματισμός στη φάση των ομίλων ήταν τόσο φοβερός, που τον υποχρέωσε να μείνει θεατής όλων των υπόλοιπων αγώνων ως και τον νικηφόρο τελικό επί της Τσεχοσλοβακίας (3-1). Παρόμοιο σενάριο εκτυλίχθηκε και στην Αγγλία το 1966. Στην πατρίδα του ποδοσφαίρου ο τότε 25χρονος τραυματίστηκε στο τρίτο παιχνίδι της φάσης των ομίλων μετά από μια βίαιη επίθεση Πορτογάλου, η «σελεσάο» υποχρεώθηκε να αποχωρήσει πρόωρα από τη διοργάνωση ένεκα της ήττας της με 3-1.
Έπρεπε να φτάσει το 1970, ώστε να επανεμφανιστεί σε δαιμονιώδη κατάσταση ο υγιής Πελέ σε μια παντοδύναμη εθνική με τους Τοστάο, Ζαϊρζίνιο, Κάρλος Αλμπέρτο και Ριβελίνο. Με έξι νίκες σε ισάριθμες αναμετρήσεις η «σελεσάο» στέφθηκε παγκόσμια πρωταθλήτρια στις 21 Ιουνίου 1970 στο κατάμεστο από 105.000 θεατές γήπεδο «Αζτέκα». Αρχικά η Ιταλία ήταν κυρίαρχη και ο Πελέ εγκλωβισμένος στις δαγκάνες του Ταρκίζιο Μπούργκνιτς («Πριν το παιχνίδι επαναλάμβανα διαρκώς στον εαυτό μου ότι ήταν κι αυτός άνθρωπος, αλλά έκανα λάθος»).
Κόντρα στη ροή του αγώνα, ωστόσο, ο “Rei” (βασιλιάς) άνοιξε με κεφαλιά το σκορ στο 18’ έπειτα από σέντρα του Ριβελίνο. Το 100ό μουντιαλικό τέρμα της Βραζιλίας άνοιξε το δρόμο για τον τρίτο τίτλο.  Η Ιταλία ισοφάρισε με τον Μπονισένια, αλλά ο Γκέρσον έκανε το 2-1 στο 66’. Το τρίτο και το τέταρτο τέρμα των Βραζιλιάνων, οι οποίοι μετά τον τελικό πήραν σπίτι τους το κύπελλο Ζιλ Ριμέ ως τρις θριαμβευτές, ετοίμασε με αριστουργηματικό τρόπο ο Πελέ.
Με το τελευταίο σφύριγμα οι συμπαίκτες του κουβάλησαν στους ώμους τον εμφανώς συγκινημένο Πελέ και έτσι τον έβγαλαν εκτός γηπέδου. Έμελλε να είναι μια οριστική αποχώρηση από τη σκηνή των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Το 1974, μετά από 92 αγώνες με το εθνόσημο, ο Πελέ δήλωσε αρχικά τη σταδιοδρομία του, ωστόσο ακολούθως αγωνίστηκε ως «ποδοσφαιρικός ιεραπόστολος» στους Κόσμος της Νέας Υόρκης. Το 1977 ήρθε το οριστικό τέλος για τον μάγο, ο οποίος σε 1363 αναμετρήσεις σημείωσε 1281 τέρματα, απλησίαστη επίδοση μέχρι και σήμερα.
Έκτοτε ο Πελέ λειτουργεί ως πρεσβευτής του αθλήματος και εκπροσωπεί όχι μόνο την πατρίδα του αλλά και τα Ηνωμένα Έθνη και τη UNICEF. «Κάθε παιδί του κόσμου θέλει να παίξει μπάλα όπως ο Πελέ. Εξ ου και έχω την ευθύνη να τους δείξω πώς γίνεσαι καλός ποδοσφαιριστής και πώς καλός άνθρωπος», έχει δηλώσει ο ποδοσφαιρικός θεός της Βραζιλίας, τον οποίο η διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή εξέλεξε το 1999 σε αθλητή του περασμένου αιώνα.
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ