Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Μπαλίτσα πότε θα δούμε;



«Πέρασαν τα χρόνια και κατέληξα να αποδεχτώ την ταυτότητά μου: δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου. Περιφέρομαι στον κόσμο με το καπέλο στο χέρι και παρακαλώ στα γήπεδα: «Ο θεός να σας έχει καλά, ένα καλό παιχνίδι». Κι όταν παίζεται καλό ποδόσφαιρο, είμαι πανευτυχής για το θαύμα, χωρίς να νοιάζομαι ποια είναι η ομάδα ή η χώρα που το παίζει».
Δεκατρία χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» οι Κύπριοι ποδοσφαιρόφιλοι μάλλον έχουν αρχίσει να αισθάνονται όπως ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο. Αύριο ολοκληρώνεται το πρώτο τέταρτο της αγωνιστικής περιόδου 2011/12, η οποία μέχρι στιγμής μόνο καλό ποδόσφαιρο δεν μας έχει προσφέρει.

Με το χέρι στην καρδιά: ποιος -πραγματοποιώντας αναδρομή στα μέχρι στιγμής πεπραγμένα- μπορεί να ισχυριστεί βάσιμα ότι έχει παρακολουθήσει ελκυστικό ποδόσφαιρο από οποιαδήποτε συμμετέχουσα στο τρέχον πρωτάθλημα ομάδα; Κάποια καλά ημίωρα, κάποια όμορφα γκολ, κάποιες καλές κούρσες και ντρίμπλες και… τέλος.
Σταθερότητα και συνέπεια σε υψηλό επίπεδο ακόμη δεν έχουμε δει. Ούτε από τους συνήθεις υπόπτους ούτε από τους… απρόσμενους. Ποιος μεγάλος έχει πείσει με τις μέχρι στιγμής εμφανίσεις του ότι αξίζει να θεωρείται αδιαφιλονίκητο φαβορί για τον τίτλο; Ποιος μικρομεσαίος έχει αποδείξει ότι είναι έτοιμος για το άλμα; Κοινή η απάντηση: ουδείς.
Ο ΑΠΟΕΛ επικεντρώνεται (και πώς να τον επικρίνεις;) στην τεράστια προοπτική διάκρισης στο Τσάμπιονς Λιγκ, το οποίο του αφαιρεί δυνάμεις και συγκέντρωση στις εντός συνόρων υποχρεώσεις. Η Ομόνοια πασχίζει ακόμη να αφομοιώσει την αγωνιστική ταυτότητα που θέλει να της φορέσει ο Νεόφυτος Λάρκου κι έχει και τον πρόσθετο βραχνά του οικονομικού.
Η Ανόρθωση άλλαξε ήδη προπονητή, δεν έχει βρει τα πατήματά της από το ξεκίνημα της περιόδου και η ποιότητα του ρόστερ της αμφισβητείται από πολλούς (όχι άδικα ως ένα βαθμό). Η ΑΕΚ πληρώνει τον… περονόσπορο που θέρισε τους στόπερ της, την απουσία εναλλακτικών στις θέσεις των ακραίων μπακ και το ως ενός βαθμού ακατανόητο ροτέισον του προπονητή της.
Ο Απόλλων μόλις που αρχίζει να καλύπτει το χαμένο έδαφος από την αργοπορημένη υλοποίηση του προγραμματισμού το καλοκαίρι, το Παραλίμνι και ο Ολυμπιακός στερούνται βάθους στον πάγκο για να κάνουν το κάτι παραπάνω, η Δερύνεια και η Σαλαμίνα απέτυχαν, οσάκις χρειάστηκε να επιβεβαιώσουν τα θετικά τους αποτελέσματα, η Αλκή και ο Άρης μόλις πρόσφατα άρχισαν να πανηγυρίζουν, ο Εθνικός και ο Άρης είναι μέχρι στιγμής για λύπηση.
Μένει η ΑΕΛ, η οποία ευρίσκεται στο +10 σε σύγκριση με τον απολογισμό της στο αντίστοιχο σημείο της περασμένης περιόδου, αλλά ως τώρα επιδεικνύει σχεδόν αποκλειστικά τις αμυντικές αρετές της. Κόντρα σε όσα μας είχε συνηθίσει από τις θητείες του σε Δόξα και Ολυμπιακό, ο Πάμπος Χριστοδούλου αποδεικνύει ότι μπορεί να παρουσιάσει και μια ομάδα με… κλειδαριές στην εστία. Και ο ίδιος όμως ξέρει ότι οι «λέοντες» ακόμη δεν έχουν παίξει το επιθετικό ποδόσφαιρο των δύο προηγούμενων ομάδων του.
Και κάπως έτσι ο Κύπριος ποδοσφαιρόφιλος καταλήγει να καταντήσει αλληλέγγυος του Εντουάρντο Γκαλεάνο: ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου, το οποίο αφ’ ενός έχει φτάσει να ισοδυναμεί με θαύμα αφ’ ετέρου (και για να μην ξεχνιόμαστε) απαιτεί από αυτόν να πληρώνει τρεις συνδρομητικές πλατφόρμες, αν θέλει να έχει περισσότερες πιθανότητες να δει λίγη μπαλίτσα. Κοντολογίς; Κύριοι, μετά την τσέπη μας έχουν αρχίσει να πονούν επικίνδυνα και τα ματάκια μας. Αλήθεια, γι’ αυτό το επίπεδο ποδοσφαίρου ξεκινάτε προετοιμασία από τον Ιούλιο κάθε καλοκαίρι;
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Η λύση για την εθνική Κύπρου


Ας καταστεί συνείδηση: για ένα πιο ευοίωνο μέλλον της εθνικής Κύπρου η μοναδική βιώσιμη λύση είναι η εξασφάλιση των απαραίτητων συνθηκών για τον έγκαιρο εντοπισμό, την κατάλληλη εκπαίδευση και τη σωστή διαχείριση-προώθηση των εγχώριων ταλέντων.
Το ζητούμενο επί του παρόντος είναι πώς γεφυρώνουμε το διάστημα ως την απαρχή της νέας εποχής. Αφήνοντας τα πράγματα ως έχουν, άρα συμβιβαζόμενοι με νέες «-άρες» (από τριάρες μέχρι όπου φιλοτιμηθούν να σταματήσουν οι αντίπαλοι); Κλείνοντας προσωρινά το μαγαζί;
Ή βάζοντάς το να λειτουργήσει με όρους συλλόγου, ήτοι χορηγώντας κυπριακή υπηκοότητα σε κάθε αξιόλογο αλλοδαπό του εγχώριου πρωταθλήματος που δεν έχει ούτε μία πιθανότητα να παίξει κάποτε με τα χρώματα της πατρίδας του;

Τέταρτος δρόμος δεν υπάρχει. Ουδεμία επιλογή συνιστά ντροπή, εφ’ όσον άπαντες γνωρίζουν ότι στο τέλος της διαδρομής περιμένει η βάσιμη προσδοκία για μια νέα, αυθεντική και ανταγωνιστική εθνική ομάδα. Πώς όμως διασφαλίζεται η βελτίωση της εγχώριας ποδοσφαιρικής παραγωγής;
Το πρωτάθλημα αναπληρωματικών θα ήταν η λύση, αν το πρόβλημα αφορούσε τις ευκαιρίες και το χρόνο συμμετοχής και όχι την ποσότητα και (κυρίως) την ποιότητα των ιθαγενών ποδοσφαιριστών. Δυστυχώς λανθάνει της προσοχής ότι στην εποχή μας ολοένα και λιγότεροι πιτσιρικάδες ελκύονται από την προοπτική επαγγελματικής ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο.
Το (άλυτο μέχρι σήμερα) πρόβλημα στράτευσης σε μια ποδοσφαιρικά εξαιρετικά κρίσιμη ηλικία, η αδιαφορία της ΚΟΠ και η διαρκώς αυξανόμενη προτίμηση των συλλόγων σε αλλοδαπούς λειτουργούν αποτρεπτικά για κάθε φιλόδοξο φυντάνι της ημεδαπής. Εξ ου και το μέγιστο στοίχημα είναι η εκ νέου δημιουργία μιας δελεαστικής προοπτικής για τους πωρωμένους με την μπάλα Κύπριους πιτσιρικάδες.
Την αρχή μπορεί και οφείλει να κάνει μόνον η εγχώρια ομοσπονδία αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι ενδιαφέρεται πρώτιστα για τη δική της ομάδα (εθνική) και ακολούθως για τις διοργανώσεις που διεξάγονται υπό την αιγίδα της (πρωτάθλημα και κύπελλο).
Με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα σε αυτήν την κατάσταση, αγγίζει τα όρια της προσβολής να πριμοδοτούνται ακόμη και οι σύλλογοι που συμμετέχουν στο παντελώς αδιάφορο γκρουπ των πλέι οφ για τις θέσεις 5-8 και να μην έχουν θεσπιστεί χρηματικά έπαθλα για τις ομάδες που χρησιμοποιούν τους περισσότερους Κύπριους ανά αγωνιστική, γύρο και σεζόν.
Το αγκάθι της Εθνικής Φρουράς επίσης αντιμετωπίζεται. Προφανώς δεν γίνεται όποιος κλοτσά μια μπάλα και δηλώνει ποδοσφαιριστής να εξασφαλίζει άδειες και προνομιακή αντιμετώπιση στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Η εξαίρεση όμως μπορεί και επιβάλλεται να γίνει για ένα πολύ συγκεκριμένο αριθμό νεαρών που μέχρι τα 18 θα έχουν αποδείξει ότι δικαίως αντιμετωπίζονται ως εθνικό ποδοσφαιρικό κεφάλαιο.
Πώς θα συμβεί αυτό; Αν η ΚΟΠ δημιουργήσει δικές της ακαδημίες, στις οποίες από την ηλικία των 11-12 χρόνων θα συγκεντρώνονται, θα παρακολουθούνται και θα εκπαιδεύονται από ειδικά καταρτισμένους επαγγελματίες οι πλέον υποσχόμενοι πιτσιρικάδες στην Κύπρο.
Όσοι εξ αυτών πείθουν με την πρόοδό τους και με τις επιδόσεις τους στις μικρότερες εθνικές (ως τα 18), θα εξασφαλίζουν έως και αναβολή στράτευσης, ιδίως αν στο μεσοδιάστημα έχει ενδιαφερθεί γι’ αυτούς σύλλογος της πρώτης κατηγορίας που θα τους προσφέρει εγγυημένο χρόνο συμμετοχής. Για την Εθνική Φρουρά δεν είναι πρόβλημα να δώσει πέντε αναβολές ετησίως, για τον οποιοδήποτε ομοσπονδιακό τεχνικό όμως είναι μεγάλη υπόθεση να έχει ανά χρόνο πέντε υποψηφίους παραπάνω.
Το προαναφερθέν πρότζεκτ κοστίζει πολύ σε χρόνο και σε χρήμα. Το ανταποδοτικό όφελος όμως δικαιολογεί τις θυσίες και τις υπερβάσεις. Σε τελική ανάλυση, αν μας αρέσει να επικαλούμαστε τη Γερμανία ως παράδειγμα πολυπολιτισμικής εθνικής, επιβάλλεται να σημειώνουμε ταυτόχρονα ότι α) την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις της συγκεκριμένης χώρας στις ακαδημίες αγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, β) οι κάθε λογής Κλόζε, Ποντόλσκι, Εζίλ, Κεντίρα γεννήθηκαν ή/και έμαθαν από νηπιακή ηλικία μπάλα στη Γερμανία και γ) παράλληλα με αυτούς οι Γερμανοί μπορούν να καυχώνται ξανά και για τη νέα, λαμπρή γενιά ιθαγενών ποδοσφαιριστών (βλέπε Νόιερ, Λαμ, Σβάινσταϊγκερ, Κρόος, Μίλερ).
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Το ακατανόητο ροτέισον τερματοφυλάκων της ΑΕΚ


Ότι η ΑΕΚ στην παρθενική συμμετοχή της στην κύρια φάση ευρωπαϊκής διοργάνωσης θα κατέβαλε δίδακτρα, ήταν δεδομένο. Ουδείς σύλλογος (μικρός ή μεγάλος, πλούσιος ή φτωχός) έχει αποφύγει τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Ο σύλλογος της Λάρνακας τα κατέβαλε (και με το παραπάνω) στα μέχρι στιγμής παιχνίδια της: τόσο το 0-1 στη Χάιφα όσο και το 1-1 με τη Στεάουα στο ΓΣΠ ήταν συνέπεια ατομικών λαθών στην άμυνα, τα οποία σε τέτοιο επίπεδο σχεδόν αναπόφευκτα τιμωρούνται.

Σίγουρα οι όποιες πιθανότητες πρόκρισης υπήρχαν μετά την κλήρωση δεν έχουν αυξηθεί μετά τις δύο πρώτες αγωνιστικές. Εξ ίσου σίγουρα η ομάδα του Τον Κάανεν επηρεάζεται από τη μετακόμισή της στη Λευκωσία. Το πλέον αδιαμφισβήτητο όμως είναι πως η ΑΕΚ καταβάλλει το τίμημα της κακοδαιμονίας και μιας ακατανόητης επιλογής στην καρδιά της άμυνάς της.
Αναδρομή στην περασμένη περίοδο: ως νεοφώτιστοι οι «κιτρινοπράσινοι» κλέβουν τις εντυπώσεις και κατακτούν την τέταρτη θέση (και το ευρωπαϊκό εισιτήριο) στηριζόμενοι σ’ έναν ισχυρό άξονα: στα μετόπισθεν αυτός αποτελείται από τους Νέγκρι, Χόφλαντ και Σένκελ, οι οποίοι παίζουν μαζί σε άνω του 85% των αναμετρήσεων της ομάδας.
Το καλοκαίρι ο Σένκελ αποχωρεί και για τη θέση του στόπερ αποκτώνται οι Σεράν, Μουρίγιο, στους οποίους λίγο πριν το κλείσιμο της μετεγγραφικής περιόδου προστίθεται και ο Βίλα. Μαζί με τους ήδη υπάρχοντες στο ρόστερ Χόφλαντ και Ντίμεχ ο Τον Κάανεν αριθμεί πέντε κεντρικούς αμυντικούς, εκ των οποίων στο κρίσιμο παιχνίδι απέναντι στη Στεάουα είχε στη διάθεσή του δύο, τον εξής… έναν: Ντίμεχ!
Ο Λίνσεν υποχρεώθηκε να καλύψει τη θέση δίπλα του υπηρεσιακά, διότι οι Χόφλαντ, Σεράν ήταν τραυματίες, ο Μουρίγιο τιμωρημένος και ο Βίλα άνευ δικαιώματος συμμετοχής! Ουδόλως συμπτωματικά το σφάλμα που απέφερε το τέρμα της ισοφάρισης προήλθε από τον Ολλανδό κόφτη που «μασκαρεύτηκε» σε στόπερ…
Πρόκειται ασφαλώς περί κακοδαιμονίας ότι σε 12 επίσημα παιχνίδια στην τρέχουσα περίοδο (οκτώ ευρωπαϊκά και τέσσερα πρωταθλήματος) η ΑΕΚ έχει υποχρεωθεί να παραταχθεί με πέντε διαφορετικά κεντρικά αμυντικά δίδυμα, χωρίς μάλιστα να έχει πραγματοποιήσει ακόμη το ντεμπούτο του ο Βίλα!
Θα ανέμενε κάποιος ότι ένεκα αυτού ο Κάανεν θα επιχειρούσε να κρατήσει όσο το δυνατόν πιο απαράλλακτη την υπόλοιπη σύνθεση στα μετόπισθέν του, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους. Αντ’ αυτού, ωστόσο, ο Ολλανδός τεχνικός ακολουθεί το μοντέλο της κυκλικής χρησιμοποίησης σ’ ένα από τα πιο νευραλγικά πόστα: αυτό του τερματοφύλακα!
Ο μέχρι πρότινος βασικός Αλεσάντρε Νέγκρι έχει παίξει σε πέντε αναμετρήσεις και ο μέχρι πρότινος αναπληρωματικός του Μάρκο Φορτίν σε επτά! Ο μεν Βραζιλιάνος έχει αγωνιστεί με τρία διαφορετικά δίδυμα στόπερ (Χόφλαντ-Ντίμεχ, Χόφλαντ-Σεράν και Ντίμεχ-Μουρίγιο), ο δε Ιταλός με τέσσερα (Χόφλαντ-Ντίμεχ, Χόφλαντ-Σεράν, Χόφλαντ-Μουρίγιο και Ντίμεχ-Μουρίγιο)!
Μέχρι στιγμής ουδείς εκ των δύο έχει υποπέσει στο τεράστιο σφάλμα, ωστόσο η ΑΕΚ καταβάλλει μέχρι στιγμής το τίμημα αυτών των από παιχνίδι σε παιχνίδι αλλαγών στην καρδιά της άμυνάς της. Σε πέντε από τις τελευταίες επτά αναμετρήσεις η εστία της ομάδας έχει παραβιαστεί και αυτό σε ευρωπαϊκό επίπεδο κόστισε. Πόσο αποφασισμένοι να επιμείνουν σε αυτήν την επιλογή είναι οι «κιτρινοπράσινοι» θα φανεί, όταν (αργά ή γρήγορα) τους κοστίσει και στο πρωτάθλημα…
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Μην πυροβολείτε (άλλο) τον προπονητή



Η ιστορία της παραίτησης του Ραλφ Ράνγκνικ από τη Σάλκε καλό θα είναι να μας απασχολήσει και πέρα από τις αγωνιστικές προεκτάσεις της, ήτοι από την ανησυχία, στην οποία ρίχνει την προσεχή αντίπαλο της ΑΕΚ στο Γιουρόπα Λιγκ.
Αυτή η υπόθεση δέον εστί να μας προβληματίσει για την εν γένει στάση μας απέναντι στον επαγγελματία προπονητή και να γίνει η αφορμή, ώστε -σκεπτόμενοι ορισμένα πράγματα διαφορετικά- ν’ αναθεωρήσουμε ορισμένες στερεότυπες αντιλήψεις και συμπεριφορές μας.

Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο (δηλαδή έναν γυάλινο κόσμο, όπου ουδείς έχει την ευκαιρία να αποτραβηχτεί κάπου και να ηρεμήσει και ο χορός δισεκατομμυρίων απαγορεύει τα λάθη και τις ανθρώπινες αδυναμίες) ο προπονητής έχει πάψει προ πολλού ν’ αποτελεί (μόνο) το εύκολο θύμα.
Εδώ και καιρό έχει εξελιχθεί στον αδύναμο κρίκο, στον οποίο από τη μία φορτώνονται διαρκώς αυξανόμενα βάρη και μεγαλύτερες ευθύνες, από την άλλη του αφαιρείται πολύτιμος χρόνος, προκειμένου να παρουσιάσει αποτελέσματα.
Και αντί να υψώνεται ασπίδα προστασίας ή έστω να επιδεικνύεται κατανόηση στους προπονητές που εργάζονται υπό τέτοια απάνθρωπη πίεση, η απαίτηση να συμπεριφέρονται ως υπεράνθρωποι έχει καταντήσει μια μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης πραγματικότητα. Κι επειδή, οι προπονητές δεν παύουν να είναι άνθρωποι, συχνά ωθούνται στα όρια τους. Ή και εκτός αυτών. Ασχέτως αν ελάχιστοι το παραδέχονται και ακόμη λιγότεροι το δημοσιοποιούν ευθαρσώς, όπως ο Ράνγκνικ.
Για τον 53χρονο τεχνικό της Σάλκε χρησιμοποιήθηκε η έκφραση burnout-syndrom (σύνδρομο εξάντλησης). Είναι το νέο επιστημονικό ένδυμα της κατάθλιψης, η οποία ως όρος είναι κοινωνικά στιγματισμένος, μολονότι οι καταθλιπτικοί αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο στα αθλήματα ύψιστων επιδόσεων. Δυστυχώς, ωστόσο, οι σωματικοί τραυματισμοί εξακολουθούν να θεωρούνται πιο σημαντικοί και αποδεκτοί από τους αντίστοιχους της ψυχής.
Όσοι πάσχουν από burnout είναι συναισθηματικά, ψυχολογικά και νοητικά εξαντλημένοι, «καμένοι». Έχουν ουδέν κίνητρο, δεν αισθάνονται χαρά στη ζωή (εξ ου και οι αυτοκτονικές τάσεις ορισμένων), νιώθουν αδύναμοι και υπερφορτωμένοι, φοβούνται πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις, κλείνονται στον εαυτό τους, ζουν στο δικό τους κόσμο.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Το σύνδρομο Burnout είναι ο τερματικός σταθμός μιας εξελικτικής γραμμής που ξεκινά συχνά με ιδεαλιστικό ενθουσιασμό και -μέσα από απογοητευτικές εμπειρίες- μπορεί να οδηγήσει σε παραισθήσεις και κατάθλιψη. Ως αίτια θεωρούνται η πίεση του χρόνου και της επιτυχίας και το στρες. Άνθρωποι που για μεγάλο διάστημα εργάζονται στα όριά τους, υπεραπασχολούνται στη δουλειά τους και επιβαρύνονται με εξαιρετικά υψηλές απαιτήσεις, είναι υποψήφιοι αυτής της ασθένειας.
Οι προπονητές ευρίσκονται υπό ιδιαίτερη πίεση, διότι α) καθίστανται υπεύθυνοι για τα πάντα, β) δεν έχουν βαλβίδα αποσυμπίεσης, γ) ευρίσκονται στο επίκεντρο όλων των Μ.Μ.Ε., δ) οι οπαδοί αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία και απαιτούν ολοένα και περισσότερη επιρροή, ε) σε αντίθεση με τους παίκτες, τους μάνατζερ ή άλλους επαγγελματίες, αντικαθίστανται πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι μπορούν ν’ αντέξουν.
Παλαιότερα, όταν η ψυχολογία δεν ήταν εδραιωμένη επιστήμη στο ποδόσφαιρο και ο όρος burnout δεν υφίστατο, πλείστοι προπονητές προσπαθούσαν να πνίξουν την πίεση στο ποτό. Όποιος δημοσιογράφος ισχυριστεί ότι δεν έχει γνωρίσει ή ακούσει για (έστω έναν) τέτοιον προπονητή, ψεύδεται ασύστολα και ανερυθρίαστα.
Στη Γερμανία, όπου ο Ράνγκνικ έγινε ο πιο πρόσφατος κρίκος σε μια αρκετά μεγάλη αλυσίδα (Χάναβαλντ, Καν, Ντάισλερ, Χίτσφελντ, Σίμακ, Μπίρμαν, Ένκε, Μίλερ), ήδη γίνεται δημόσια συζήτηση αφ’ ενός για την ανάγκη καθιέρωσης ελεύθερου χρόνου και για τους προπονητές, αφ’ ετέρου για την υποχρεωτική πρόσληψη ενός ψυχολόγου σε κάθε επαγγελματικό σύλλογο (σ.σ. επί του παρόντος ο μόνος που απασχολεί τέτοιον είναι το Αμβούργο).
Προφανώς η κυπριακή ποδοσφαιρόφιλη κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη για μια τέτοια συζήτηση. Θα ήταν ωστόσο ευχής έργον να αρχίσει να δείχνει μεγαλύτερη υπομονή κι ανεκτικότητα απέναντι στους εκάστοτε τεχνικούς, προκειμένου μια ημέρα να μην υποχρεωθούμε άπαντες να επιδείξουμε υποκριτική έκπληξη στο άκουσμα της είδησης για έναν «Κύπριο» Ένκε ή έναν «Κύπριο» Ράνγκνικ.
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κριστιάν Κονσταντέν: ο δεύτερος Μποσμάν;



Στην Ελβετία είναι γνωστός για τη συνήθειά του ν’ αλλάζει προπονητές πιο συχνά απ’ ό,τι εσώρουχα. Προ διετίας μάλιστα είχε καθίσει για ένα φεγγάρι και ο ίδιος στον πάγκο της ομάδας. Ο Κριστιάν Κονσταντέν είναι ο ορισμός του ισχυρού άνδρα στη Σιόν, ένας τύπος πολωτικός, προκλητικός, μα πάνω απ’ όλα ατρόμητος απέναντι σε οποιεσδήποτε αρχές και εξουσίες.
Ένεκα του τελευταίου γνωρίσματός του δεν προκαλεί έκπληξη η επίμονη άρνησή του ν’ αποδεχτεί τον αποκλεισμό στα χαρτιά της Σιόν από το Europa League και ο ανένδοτος που έχει κηρύξει εδώ και λίγες εβδομάδες στην UEFA, την οποία μέμφεται για συμπεριφορές αρμόζουσες σε απολυταρχικό καθεστώς.

Χρήστος Κόντης: Η ζωή μετά το συμβάν


Τα δύο συμβάντα είχαν διαφορά επτά ημερών. Μια εβδομάδα μετά το καρδιακό επεισόδιο (και το τέλος της ποδοσφαιρικής καριέρας) του Χρήστου Κόντη ο ΑΠΟΕΛ πανηγύρισε την πρώτιστη νίκη  του στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Έλληνας άσος ανέμενε πώς και πώς τη συγκεκριμένη Τρίτη και 13. Όχι ένεκα προλήψεων, αλλά επειδή τη σχεδίαζε στο μυαλό του ως μία από τις ομορφότερες και σημαντικότερες μέρες της ζωής του.
Ανήμερα των 36 γενεθλίων του (γεννημένος Τρίτη, 13 Μαΐου 1975) ο αμυντικός στυλοβάτης του ΑΠΟΕΛ ήταν πεπεισμένος πως θα γιόρταζε μια ιστορική επιτυχία. Συμπαίκτες και οπαδοί του την αφιέρωσαν. Τι κι αν παρακολουθούσε από την τηλεόραση; Ήταν από τις σπανιότατες φορές που ένας απών ήταν τόσο αισθητά παρών σε κάθε γωνιά του ΓΣΠ…

Με τη δέουσα χρονική απόσταση από αυτά τα δύο συμβάντα ο Χρήστος Κόντης αποκάλυψε όσα ένιωσε το περασμένο δεκαήμερο, όσα σκέπτεται για το μέλλον του και τις εκτιμήσεις του για το αύριο του ΑΠΟΕΛ, του κυπριακού και του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η «Α.τ.Κ.» έχει τη χαρά και την τιμή να φιλοξενεί μια εκ βαθέων συνέντευξη, στην οποία ο 36χρονος άσος έκανε ό,τι ακριβώς και τις περασμένες δύο δεκαετίες στα γήπεδα: μια κατάθεση καρδιάς.

Χρήστο, δέκα ημέρες μετά το καρδιακό επεισόδιο αισθάνεσαι περισσότερο τυχερός ή άτυχος;
Τυχερός, αφού προλάβαμε έγκαιρα το κακό (με την επιτυχημένη αγγειοπλαστική) και δεν συνέβη κάτι χειρότερο. Το ποδόσφαιρο σταματά εδώ, πλέον υπάρχουν άλλα πράγματα που μπορώ να κάνω. Αν ήμουν 25, θα το έβλεπα διαφορετικά, αλλά στα 36 το τέλος είχε πλησιάσει, είτε αυτό είτε το επόμενο καλοκαίρι θα σταματούσα.
Πώς δεν ανιχνεύτηκε τόσο καιρό αυτό το πρόβλημα; Είναι κάτι ύπουλο που πρέπει να προσέξουν και νεότεροι ποδοσφαιριστές;
Ήταν ένα εντελώς ατυχές γεγονός της στιγμής. Δεν είχα ιστορικό ή άλλον ανησυχητικό παράγοντα που να οδηγεί σε αυτό. Είτε τεστ κοπώσεως έκανα είτε καρδιογραφήματα θα έδειχναν καθαρά, όπως καθαρές ήταν όλες οι εξετάσεις που είχα κάνει. Ίσως να οφειλόταν στο πολύ στρες του τελευταίου μήνα. Όσο έμπειρος κι αν είναι ένας ποδοσφαιριστής, στρες υπάρχει πάντα, πάντα νιώθεις μια πίεση, ιδίως όταν κάνεις πρωταθλητισμό και θέλεις πάντα να κερδίζεις. Οι πιο πολλοί προσπαθούμε να το αποβάλλουμε, αλλά δεν περιορίζεται, υποσυνείδητα είναι εκεί, λειτουργεί κι επηρεάζει.
Πόσο σκληρή ήταν η προσγείωση στη νέα χωρίς ποδόσφαιρο πραγματικότητα;
Μακάρι να μην είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, αφού ήρθαν όμως σκέπτομαι ότι στο τέλος της ημέρας αυτό το αιφνίδιο γεγονός ίσως έκανε και πιο εύκολα τα πράγματα. Μολονότι σκεπτόμουν την αποχώρηση στο άμεσο μέλλον, νομίζω ότι θα μου ήταν πολύ δύσκολο να επιλέξω εγώ την κατάλληλη στιγμή για ν’ αποχωρήσω. Όπως ήρθαν τα πράγματα, έγινε πιο εύκολα το κλικ στο μυαλό μου, η μετάβαση στη νέα πραγματικότητα.
Ανέμενες όλο αυτό το κύμα συμπαράστασης μετά τη δημοσιοποίηση του περιστατικού;
Να πω την αλήθεια, όχι, και με συγκίνησε. Μ’ έκανε να νιώσω σαν το σπίτι μου. Ο κόσμος έδειξε την εκτίμησή του σε όσα είχα κάνει αυτά τα χρόνια. Είναι συναίσθημα που δεν περιγράφεται με λόγια. Ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιά σε όσους στάθηκαν δίπλα μου σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Και ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στους «πορτοκαλί» για το σκηνικό που έστησαν προς τιμήν μου στην είσοδο των δύο ομάδων την περασμένη Τρίτη. Δεν είχα ενημερωθεί σχετικά και, όταν το αντίκρισα, ήταν μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή.
Έχεις αρχίσει να επεξεργάζεσαι την επόμενη μέρα;
Προσπαθώ, είναι κάτι που θα πρέπει να μιλήσω και με τον προπονητή. Δεν έχω προτίμηση, είναι κάτι που δεν το γνωρίζω καλά. Μετά από 15-20 χρόνια επαγγελματικού ποδοσφαίρου έχω πολλές εμπειρίες και παραστάσεις, αλλά για το πώς θα τις αξιοποιήσω στο χώρο κάποιος θα πρέπει να με καθοδηγήσει. Θα μιλήσουμε με τον προπονητή και νομίζω ότι θα βρεθεί κάτι που θα μ’ αρέσει και θα μου επιτρέψει να συνεχίσω να προσφέρω στην ομάδα.
Πώς βίωσες τα πρώτα δύο παιχνίδια (Αλκή, Ζενίτ) που παρακολούθησες από την τηλεόραση;
Με την Αλκή παρακολούθησα την αναμέτρηση σαν να είχα κάρτες. Μου φάνηκε εντελώς φυσιολογικό. Με τη Ζενίτ, όμως, θα ήθελα να ήμουν εκεί, να ζήσω την ατμόσφαιρα, τον κόσμο, τη μεγαλειώδη νίκη της ομάδας μας. Εκεί μου έλειψαν το γήπεδο και η δράση.
Από καθαρά ποδοσφαιρική σκοπιά πώς το είδες το παιχνίδι;
Ο ΑΠΟΕΛ ήταν πολύ καλός, έχει πάει πλέον σε άλλο επίπεδο, όλα τα παιδιά δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, ειδικά σε αυτά τα παιχνίδια που έχεις ένα κίνητρο παραπάνω εξ αιτίας αυτής της μαγικής διοργάνωσης, στην οποία όλοι θέλουν το κάτι παραπάνω. Εμείς αυτή τη φορά θέλαμε την πρώτη νίκη, ήρθε από το πρώτο παιχνίδι και αυτό είναι καλό για την ψυχολογία μας. Δεν πρέπει όμως να πάρουν τα μυαλά μας αέρα, αλλά να παραμείνουμε συγκεντρωμένοι και ταπεινοί, να συνεχίσουμε με το ίδιο πάθος και την ίδια λογική. Θεωρώ ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα, να διεκδικήσουμε κάτι στη διοργάνωση.
Όπως έβλεπες το παιχνίδι να κυλά, πίστευες στην ανατροπή μετά το 0-1;
Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα γίνει το 2-1, αλλά ήμουν σίγουρος ότι μπορούσαμε να πετύχουμε γκολ. Έβλεπα δηλαδή πιο κοντά το 1-1 παρά το 2-1 και μάλιστα τόσο γρήγορα. Όλα τα παιδιά όμως δούλεψαν πολύ γι’ αυτό και το άξιζαν, διότι ήταν καλύτεροι από τη Ζενίτ σ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, αν εξαιρέσεις τα τελευταία λεπτά, όπου είναι λογικό να υποχωρήσεις, για να κρατήσεις το αποτέλεσμα.
Βοήθησαν και οι εμπειρίες από την πρώτη συμμετοχή;
Σίγουρα, αυτά είναι παιχνίδια εμπειριών, κάθε χρόνο γίνεσαι και καλύτερος. Η ομάδα έχει πλέον τις παραστάσεις, τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη παίζει το δικό της ποδόσφαιρο εντός κι εκτός έδρας, κοιτά κάθε αντίπαλο στα μάτια, ακόμη κι αν αυτός είναι θεωρητικά ισχυρότερος. Αν είσαι καλύτερος μια βραδιά, μπορείς να πάρεις αποτέλεσμα στο ποδόσφαιρο, όπως συνέβη και κόντρα στη Ζενίτ.
Ο στόχος της πρώτης νίκης επετεύχθη. Ποιος είναι ο επόμενος;
Τρώγοντας ανοίγει η όρεξη. Πρέπει παιχνίδι με το παιχνίδι να κοιτάξουμε να πάρουμε ό,τι περισσότερο μπορούμε. Γιατί να μην είναι πλέον στόχος να περάσεις στην επόμενη φάση είτε είναι του Τσάμπιονς είτε του Γιουρόπα Λιγκ; Μακάρι από δω και πέρα η Ζενίτ να εμφανιστεί δυνατή, ώστε να έχουμε μια ομάδα στον όμιλο που θα κόψει βαθμούς από τις άλλες, αλλά φυσικά χρειαζόμαστε και τύχη.
Σας χαμογελά, αν κρίνουμε από την απουσία των δύο βασικών στόπερ της Σαχτάρ στο μεταξύ σας παιχνίδι…
Αυτές οι ομάδες έχουν ρόστερ ικανό να καλύψει τέτοια κενά ανά πάσα στιγμή. Δεν θα είναι πιο εύκολο το παιχνίδι ένεκα αυτών των απουσιών. Τόσο στο Ντόνετσκ όσο και στην Αγία Πετρούπολη οι αναμετρήσεις θα είναι διαφορετικές, θα έχουν άλλο ρυθμό και θα απαιτήσουν μέγιστη προσοχή. Πολλά θα κριθούν και από τη βραδιά, στην οποία θα βρεθούν οι δύο αντίπαλοι, διότι ομάδες και παίκτες δεν είναι ρομπότ, μπορεί μια μέρα να μην πιάσουν την καλύτερή τους απόδοση.
Θεωρείς ότι αυτές οι ομάδες ένεκα μεγαλύτερων προϋπολογισμένων και πληρέστερων ρόστερ θα υποτιμήσουν, έστω και υποσυνείδητα, τον ΑΠΟΕΛ;
Αυτό ισχύει πάντα, ιδίως από τη στιγμή που πρόκειται για ομάδες, οι οποίες πριν λίγα χρόνια κατέκτησαν το Κύπελλο UEFA. Σίγουρα νιώθουν ότι είναι καλύτεροι, αλλά νομίζω ότι μετά την επιτυχία μας επί της Ζενίτ θα μας προσέξουν παραπάνω, δεν θα είναι χαλαροί. Θα ξέρουν τι ομάδα είμαστε, όσο περνούν τα χρόνια ο ΑΠΟΕΛ αποκτά όνομα και στην Ευρώπη και δεν αντιμετωπίζεται όπως πριν δύο χρόνια.
Πού βασίστηκε η αλλαγή επιπέδου;
Κατ’ αρχήν σ’ έναν προπονητή που δούλεψε με την ομάδα πολλά χρόνια απερίσπαστος, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις, με μια σταθερή διοίκηση και παίκτες με μεγάλες φιλοδοξίες. Τα τελευταία χρόνια επίσης ο κορμός έχει διατηρηθεί σχεδόν ίδιος και ενισχύεται με ποιοτικές μετεγγραφές. Αυτή η ομοιογένεια νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό. Και φυσικά υπάρχει και ο κόσμος που είναι δίπλα στην ομάδα, στα εύκολα και στα δύσκολα. Νομίζω ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια ένεκα αυτής της σταθερότητας έχουν γίνει άλματα σε όλα τα επίπεδα.
Στον κορμό υπάρχουν αρκετοί ποδοσφαιριστές που ήρθαν από ελληνικούς συλλόγους σχεδόν ως ξοφλημένοι. Βοήθησε το πείσμα τους να αποδείξουν το αντίθετο;
Ο καθένας που πηγαίνει σε έναν καινούργιο σύλλογο θέλει ν’ αποδείξει ότι αξίζει. Θεωρώ όμως ότι και ο ΑΠΟΕΛ είναι ομάδα που στο βγάζει με το οικογενειακό κλίμα. Σου δίνει τη δυνατότητα να βγάλεις τον καλύτερό σου εαυτό, να επικεντρωθείς 100% στην μπάλα, να παίξεις καλό ποδόσφαιρο, όπως αυτό που τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε καταφέρει να συνδυάσουμε με αποτελέσματα. Η ομάδα είναι αυτή που ωθεί τον καθένα σε υψηλές επιδόσεις ανεξαρτήτως του πού αγωνιζόταν προηγουμένως.
Ποια θα αξιολογούσες ως κορυφαία στιγμή σου στην ομάδα;
Είναι πολλές. Θα έλεγα ότι μία από τις πιο όμορφες και γεμάτες χρονιές ήταν το 2009, όταν κατακτήσαμε εμφατικά τον τίτλο θέτοντας μια σειρά ρεκόρ και ακολούθως πετύχαμε την πρώτη πρόκριση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Κι εφέτος όμως θεωρώ ότι μπορεί να γίνει το ίδιο. Ο ΑΠΟΕΛ συγκεντρώνει πλέον όλες τις προϋποθέσεις για να υλοποιήσει ό,τι όλοι ονειρεύονται. Αν είναι συγκεντρωμένος και προσηλωμένος στους στόχους, οι οποίοι είναι πολλοί, μπορεί να φτάσει στο πολυπόθητο back to back.
Και, εξαιρουμένου του ατυχούς περιστατικού, ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή;
Η επόμενη χρονιά, το 2010, όταν χάσαμε πρωτάθλημα και κύπελλο. Υπήρχε απογοήτευση, αλλά εκεί φάνηκε πόσο μεγάλη ομάδα είμαστε. Ο κόσμος στάθηκε δίπλα μας και την επόμενη χρονιά δείξαμε χαρακτήρα, προχωρήσαμε, αλλάξαμε σελίδα. Και νομίζω ότι ο ΑΠΟΕΛ θα γίνει ακόμη καλύτερος τα επόμενα χρόνια, δεν έχει χτυπήσει ταβάνι στην ανάπτυξή του.
Πώς αξιολογείς την εξέλιξη του κυπριακού πρωταθλήματος;
Τα τελευταία χρόνια όλες οι ομάδες, όχι μόνο οι μεγάλες, έχουν ανέβει επίπεδο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα ανώτερο του ελληνικού. Όποιος τώρα υποτιμά το κυπριακό ποδόσφαιρο ή πρωτάθλημα, διαπράττει πολύ μεγάλο λάθος. Πλέον οι σύλλογοι βελτιώνονται κάθε χρόνο χάρη και στην έλευση ποιοτικών αλλοδαπών, οι οποίοι δίνουν πρεστίζ σε μια λίγκα. Θεωρώ ότι χρόνο με το χρόνο το επίπεδο θα ανεβαίνει και θα έχουμε όλο και περισσότερες ομάδες στις διεθνείς διοργανώσεις. Είθε κάποια στιγμή να βγάζουμε κι εμείς δύο συλλόγους στο Τσάμπιονς Λιγκ.
Γίνεται ωστόσο αρκετός ντόρος για τις μη επαρκείς ευκαιρίες σε γηγενή ταλέντα με άμεσο αντίκτυπο στην εθνική ομάδα.
Θέλω να πω κάτι. Ο Κύπριος ποδοσφαιριστής πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο. Εγώ αυτό έκανα από μικρός. Το 1999 στον Πανιώνιο έπαιζαν δέκα ξένοι κι εγώ. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εγώ ως Έλληνας έπρεπε να τα παρατήσω, επειδή ήρθε ο αλλοδαπός να μου πάρει τη θέση; Δεν γίνεται έτσι. Όποιος αξίζει και δουλεύει σκληρά στις προπονήσεις, δεν έχει να φοβάται. Είναι θέμα εγωισμού, προσπάθειας κι επιμονής. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να μείνεις προσκολλημένος σε άλλες εποχές, όταν έπαιζαν μόνον τρεις ξένοι. Πρέπει αυτό να το βγάλεις από το μυαλό σου και να κοιτάξεις μόνο πώς μπορείς εσύ να βελτιωθείς. Ουδείς προπονητής είναι τρελός, ώστε ν’ αφήνει εκτός έναν που είναι καλύτερος από κάποιον άλλο μόνο ένεκα της υπηκοότητάς του. Ο προπονητής βάζει αυτόν που πιστεύει ότι θα του δώσει αυτό που περιμένει στο γήπεδο. Αυτή η καραμέλα πρέπει να σταματήσει να πιπιλίζεται και από τα ανώτερα κλιμάκια, προκειμένου να μη δίδεται ένα εύκολο άλλοθι στους παίκτες.
Πώς βλέπεις από απόσταση τα ποδοσφαιρικά δρώμενα στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα με μια λέξη επικρατεί μπάχαλο. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται λάθη επί λαθών που έχουν πάει το ποδόσφαιρο, και όχι μόνον αυτό, πολλά χρόνια πίσω. Μακάρι μια μέρα να βρουν τη λύση, να διαγράψουν τα κακώς κείμενα και να πάνε μπροστά, γιατί το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να προσφέρει διέξοδο και εκτόνωση στον κόσμο, αλλά ρεαλιστικά αυτή τη στιγμή δεν βλέπω αχτίδα φωτός. Υπάρχει δυσπιστία που έχει καλλιεργηθεί εδώ και χρόνια.
Ποιος ευθύνεται περισσότερο για το χάλι;
Η βασικότερη αιτία αφορά τους παράγοντες, αφού αυτοί διοικούν, αυτοί κάνουν μετεγγραφές, αυτοί διώχνουν παίκτες και προπονητές, αυτοί περιπλέκονται σε σκάνδαλα με διαιτητές. Χρειαζόμαστε σε αυτές τις θέσεις ανθρώπους του ποδοσφαίρου με πολύπλευρη γνώση του αθλήματος, με σημαντικές παραστάσεις από αυτό και με αγάπη για την ομάδα τους. Μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο απ’ όσους μπαίνουν για να κάνουν τη λεζάντα τους ή για να βγάλουν χρήματα.
Πώς διασώζεται η εθνική;
Καλοί Έλληνες ποδοσφαιριστές υπάρχουν πολλοί. Έχω ζήσει προσωπικά τον Σάντος, θεωρώ ότι είναι ένας από τους κορυφαίους προπονητές στο χτίσιμο ομάδων και η εθνική τώρα είναι μια νέα ομάδα με καινούργιους ποδοσφαιριστές, αλλά εξακολουθεί να κουβαλά τη στόφα του πρωταθλητή. Όταν φτιάξεις υποδομή κι αποδείξεις ότι μπορείς να πάρεις τίτλους και να είσαι ανταγωνιστικός σε υψηλό επίπεδο, μετά και οι επόμενοι θα μπουν σε αυτή τη φιλοσοφία, στη στόφα του πρωταθλητή. Μ’ έναν προπονητή που ξέρει πώς να δουλεύει και να παίρνει το 100% κάθε παίκτη έρχονται και τα αποτελέσματα.
Δημοσιεύτηκε στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ